Η συζήτηση γύρω από την προσβασιμότητα για τα άτομα με αναπηρία στην Ελλάδα έχει ενταχθεί δυναμικά τα τελευταία χρόνια στη δημόσια ατζέντα, και όχι άδικα. Παρά τα σημαντικά θετικά βήματα που έχουν γίνει, η καθημερινότητα πολλών συνανθρώπων μας εξακολουθεί να συναντά εμπόδια σε βασικές μετακινήσεις, στη χρήση δημόσιων κτιρίων και υπηρεσιών, αλλά και στην απλή απόλαυση του φυσικού περιβάλλοντος.
Η βελτίωση της πρόσβασης σε κτίρια, δημόσιους χώρους και υποδομές αποτελεί θεμέλιο λίθο. Ταυτόχρονα, η προσβασιμότητα δεν αφορά μόνο τις υποδομές, αλλά και την αλλαγή νοοτροπίας: τον σεβασμό, την κατανόηση και τη συνειδητοποίηση ότι όλα τα άτομα δικαιούνται ισότιμη συμμετοχή.
Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει ενέργειες προς αυτή την κατεύθυνση. Σε αρκετές πόλεις έχουν βελτιωθεί οι ράμπες, τα πεζοδρόμια και τα δημόσια κτίρια, ενώ σε κάποιες παραλίες έχουν εγκατασταθεί συστήματα αυτόνομης πρόσβασης στη θάλασσα. Αυτές οι πρωτοβουλίες αποτελούν σημαντικές νίκες της τοπικής αυτοδιοίκησης και των συλλόγων που εργάζονται καθημερινά για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία.
Ωστόσο, η πραγματικότητα δείχνει ότι η πορεία προς μια πλήρως προσβασιμότητα είναι ακόμη μακρά. Πολλά κτίρια παραμένουν απροσπέλαστα, οι υποδομές συχνά δεν συντηρούνται επαρκώς και η πρόσβαση στις παραλίες εξακολουθεί να είναι περιορισμένη σε πολλές περιοχές. Η ασυνέπεια στην εφαρμογή των κανονισμών, αλλά και οι ελλείψεις στη συνολική σχεδίαση των πόλεων, δημιουργούν καθημερινές δυσκολίες που μπορούν και πρέπει να εξαλειφθούν.
Η ανάγκη για περισσότερη δράση είναι επιτακτική. Απαιτείται συντονισμένος σχεδιασμός, συνεχής έλεγχος της εφαρμογής των κανόνων, καθώς και επένδυση σε λύσεις που θα εξασφαλίζουν μόνιμη και ουσιαστική προσβασιμότητα. Το σημαντικότερο, όμως, είναι να αντιμετωπίζουμε την προσβασιμότητα όχι ως υποχρέωση, αλλά ως ζήτημα δικαιοσύνης και σεβασμού.